Αν κάποιος το έλεγε πριν λίγα χρόνια, ίσως να ακουγόταν υπερβολικό. Να φύγεις δηλαδή για ένα μικρό ελληνικό νησί και να αφήσεις το κινητό κλειστό για ολόκληρες 24 ώρες.
Χωρίς Google Χωρίς Google Maps Χωρίς Facebook Χωρίς Instagram Χωρίς Tik-Tok Χωρίς ειδοποιήσεις. Χωρίς την ανάγκη να τραβήξεις φωτογραφία κάθε στιγμή μόνο και μόνο για να τη δημοσιεύσεις αργότερα.
Και όμως, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ίσως αυτό να ήταν τελικά ένα από τα πιο ήρεμα ταξίδια που μπορεί να κάνει κάποιος σήμερα.
Στην αρχή μάλλον θα ήταν δύσκολο
Οι περισσότεροι πλέον πιάνουν το κινητό τους χωρίς καν να το καταλαβαίνουν. Στο καράβι, στην παραλία, στο φαγητό. Ακόμα και σε στιγμές που υποτίθεται ότι έχουν η θέλουν λίγο χρόνο για ξεκουράση. Ίσως λοιπόν οι πρώτες ώρες να ήταν άβολες.
Να υπήρχε εκείνη η αίσθηση ότι κάτι λείπει. Ότι κάπου συμβαίνει κάτι σημαντικό και μένεις εκτός. Πιθανότατα το χέρι να πήγαινε μηχανικά στην τσέπη αρκετές φορές. Από συνήθεια. Χωρίς GPS, θα έπρεπε να ρωτήσεις ανθρώπους. Και αυτό μόνο του αλλάζει ολόκληρο το ταξίδι.
Ίσως ένας ηλικιωμένος στο λιμάνι να σου έδειχνε έναν μικρό δρόμο που δεν υπάρχει στους χάρτες. Ίσως κάποιος ντόπιος να σου πρότεινε μία παραλία που δεν φαίνεται σε οδηγούς. Ίσως να κατέληγες σε μία μικρή ταβέρνα μόνο και μόνο επειδή σου άρεσε ή νόμιζες ότι δείχνει σωστή.
Και κάπως έτσι, αντί να κοιτάς συνεχώς μία οθόνη, θα άρχιζες να παρατηρείς περισσότερο γύρω σου.
Χωρίς ειδοποιήσεις, χωρίς scrolling, χωρίς τη συνεχή ανάγκη να απαντήσεις, τότε πιθανότατα θα άλλαζε ακόμα και ο τρόπος που περνά η μέρα. Ίσως να καθόσουν περισσότερη ώρα στην παραλία χωρίς λόγο. Ίσως να έβλεπες ένα ηλιοβασίλεμα χωρίς να βγάλεις βίντεο. Ίσως να έτρωγες χωρίς να ακουμπήσεις το κινητό στο τραπέζι.
Μικρά πράγματα. Αλλά πράγματα που πλέον έχουν γίνει σχεδόν σπάνια.
Το πιο περίεργο ίσως να ήταν το βράδυ
Σε ένα μικρό λιμανάκι, με λίγο κόσμο και χαμηλό φωτισμό, πιθανότατα η ατμόσφαιρα θα έμοιαζε διαφορετική χωρίς οθόνες γύρω. Καμία παύση για stories. Καμία ανάγκη να καταγραφεί η στιγμή. Καμία ειδοποίηση που διακόπτει τη συζήτηση. Μόνο κουβέντα. Και ίσως τότε κάποιος να συνειδητοποιούσε κάτι απλό αλλά σημαντικό.
Ότι πολλές φορές δεν είμαστε πραγματικά κουρασμένοι από τη δουλειά ή την καθημερινότητα. Είμαστε κουρασμένοι από τον συνεχή θόρυβο.
Θα το έκανε τελικά κάποιος;
Ίσως ναι. Όχι επειδή είναι “μόδα”, Όχι για challenge, Όχι για έναν άτυπο διαγωνισμό. Αλλά γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να νιώθουν ότι ακόμα και στις διακοπές δεν αποσυνδέονται ποτέ πραγματικά από τον σύγχρονο ηλεκτρονικό τρόπο. Παίρνουν μαζί το άγχος, τις ειδοποιήσεις, τα social media και εκείνη τη μόνιμη ανάγκη να είναι διαθέσιμοι συνέχεια.
Και τι θα πρόσφερε;
Πιθανότατα όχι κάποια τεράστια αποκάλυψη. Ίσως όμως να πρόσφερε κάτι πιο σπάνιο. Ησυχία, καθαρό μυαλό, αλλά και παρουσία στη στιγμή, με λιγότερη βιασύνη. Λιγότερη ανάγκη να συμβαίνει συνεχώς κάτι. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο πράγμα στις μέρες μας.
Να περάσεις μία ολόκληρη μέρα χωρίς να νιώθεις ότι πρέπει να κοιτάξεις κάπου αλλού.
Ίσως γι’ αυτό ένα μικρό ελληνικό νησί, χωρίς πολλές οθόνες και χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα, να μπορούσε τελικά να προσφέρει περισσότερη ξεκούραση απ’ όση φαντάζεται κανείς.
Υποσημείωση: Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί μία αφηγηματική ιστορία, ένα σενάριο ταξιδιωτικό που πολλοί ίσως θα ήθελαν κάποτε να ζήσουν ή έχουν ήδη σκεφτεί να πραγματοποιήσουν στην πραγματική ζωή.
